Και για επάγγελμά τους δηλώνουν “Ο σώζων λαούς”

Χθες είδαμε να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας ο μεγαλύτερος αυτοεξευτελισμός δημοσίου προσώπου που μπορώ να θυμηθώ. Ο Μίκης Θεοδωράκης για κάποιον λόγο που ίσως αξίζει να μελετηθεί, αποφάσισε με μια μονοκοντυλιά να κάνει αυτό που δεν κατάφερε με τις συνεχείς προσπάθειές του μέσα σε 45 χρόνια μεταπολίτευσης. Δηλαδή να πετάξει στα σκουπίδια την όποια προσωπική δόξα είχε συγκεντρώσει μέσα από την εθνική αντίσταση, τον εμφύλιο, την Μακρόνησο, την παρανομία στην Χούντα, το ξύλο την φυλακή και την εξορία.

Η προσφορά του στην τέχνη δεν ξεγράφει βέβαια, αυτό θα ήταν αδύνατο. Επίσης και η ιστορία του δεν ξεγράφει, ακόμα και αν του φώναζαν εν χορώ τα ούγκανα που επέλεξε να το συνοδεύσουν πολιτικά από εδώ και ύστερα: “Μίκη αλλάζεις την ιστορία”. Αυτό που ξέγραψε όμως μια και καλή είναι ο αδιαμφισβήτητος σεβασμός που έδειχνε απέναντί του σχεδόν σύσσωμη η αριστερά του τόπου μας, ξέγραψε η όποια υστεροφημία θα μπορούσε να έχει όταν πεθάνει, και εξατμίστηκε και η όποια πολιτική επιρροή είχε μέχρι σήμερα.

Η παρουσία του και μόνο στο συλλαλητήριο-καρναβάλι που διοργανώθηκε και συγκέντρωσε από χουντοβασιλικούς μέχρι φασίστες, θα ήταν τεράστιο πλήγμα στην δημόσια εικόνα του, ωστόσο ο Θεοδωράκης προχώρησε με τον λόγο που έβγαλε από την εξέδρα να διαπράξει την πολιτική του αυτοκτονία.

Είναι δύσκολο να βρεθεί κοινό στην αριστερά που να μπορεί πια να πάρει σοβαρά κάποιον που πλαισιωμένος από τον Πατούλη και κάμποσο παπαδαριό, έβγαλε λόγο για τον “αριστερόστροφο φασισμό” και το πως είναι ο πιο απατηλός και επικίνδυνος από τους φασισμούς. Όλη αυτή η εξέμεση της χυδαιότερης μορφής της θεωρίας των δύο άκρων έγινε για να επιτεθεί στον Σύριζα, ο οποίος δεν είναι αριστερός και χρωστάει σεβαστό μέρος της πολιτικής του επιρροής στον ίδιο τον Θεοδωράκη.

Μας τα εξηγεί καλύτερα ο ίδιος:

…στις αρχές του 2012, ο ΣΥΡΙΖΑ δέχθηκε την πρότασή μου να δημιουργήσουμε το Μέτωπο ΕΛ.ΛΑ.Δ.Α […] Η ανταπόκριση του Λαού μας ξεπέρασε και τις πιο τολμηρές μας προσδοκίες, αφού οι διαδηλωτές ήταν πάνω από 500.000. […] Φαίνεται όμως, ότι δεν ήταν ίδια η εκτίμηση της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, για την οποία όπως αποδείχθηκε, η συνεργασία μαζί μας δεν ήταν ειλικρινής αλλά απλώς μας μεταχειρίστηκε, για να αυξήσει μονομερώς την εκλογική του δύναμη και να μπει στη Βουλή, με στόχο την κατάκτηση της διακυβέρνησης μέσα από το Σύστημα εγκαταλείποντας τους δυο πυλώνες άμυνας, το Λαϊκό Μέτωπο και τον πλούτο της χώρας.

Και

Επί κεφαλής ήμασταν ο Μανώλης Γλέζος, ο Γεώργιος Κασιμάτης κι εγώ.

Και

…οι προϋποθέσεις ήσαν δύο:
[…]
Δεύτερον: […] το Μέτωπο «ΕΛ.ΛΑ.Δ.Α.» θα έπαιρνε μέρος σε εκλογές με στόχο την διακυβέρνηση της χώρας…

Σαν να μην έφτανε η αναπαραγωγή της πιο χυδαίας μορφής της θεωρίας των δύο άκρων, στη συνέχεια ξεστόμισε και αυτό:

Είναι και δική μας ευθύνη το γεγονός ότι επιτρέψαμε να ανατρέφονται τόσες γενιές Σκοπιανών, με τις ιδέες που ανέφερα (δλδ: ότι είναι απόγονοι του Μ. Αλεξάνδρου και του Φιλίππου)…

Αυτή την φράση, την θεωρώ την χειρότερη όλης της ομιλίας. Θεωρώ ότι πράγματι συντελείται μια παραχάραξη της ιστορίας, αλλά αναρωτιέμαι με ποιόν τρόπο θα ήθελε ο Θεοδωράκης να τους επιβάλουμε το πως θα γαλουχούν τα παιδιά τους; Αυτή η ρητορική, όταν απευθύνεται κανείς σε αυτό το κοινό, θεωρώ ότι αποσκοπεί μόνο στο να το γαλβανίσει για την κήρυξη κάποιου επεκτατικού πολέμου, και καλό θα ήταν οι ενενηντάρηδες να μετριάζουν λίγο την όρεξή τους για πόλεμο.

Μετά από λίγο βέβαια είπε και ότι η μόνη λύση που πιστεύει ότι υπάρχει είναι το να αφήσουμε και τους Σκοπιανούς να πιστεύουν στον μύθο τους αλλά να συνεχίσουμε κι εμείς να πιστεύουμε ότι η Μακεδονία είναι Ελληνική, οπότε το “άθροισμα” των θέσεών του είναι το τίποτα. Το πρόβλημα είναι ότι για να φτάσει σε αυτό το τίποτα χρειάστηκε να γαργαλήσει τα ταπεινότερα ένστικτα ενός πραγματικά πολύ ταπεινού κοινού.

Το υπόλοιπο εθνικιστικό σόου που παρουσίασε ο Θεοδωράκης προς τέρψιν των πατριδεμπόρων πάνω και κάτω από την σκηνή κράτησε ένα μισάωρο και κατέληξε στο ότι είναι όλοι τους πατριώτες και ότι η Μακεδονία είναι μία και ελληνική. Μετά την ομιλία τα μεγάφωνα έπαιξαν το “Όταν σφίγγουν το χέρι” για να το ακούσει ο Μιχαλολιάκος και να ευφρανθεί.

Αφού απόλαυσαν το σόου οι φασίστες, οι χουντοβασιλικοί και οι ανήκοντες σε συγγενείς πολιτικούς χώρους, δεν δίστασαν να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους στον μουσικοσυνθέτη που τους επέτρεψε να τον περιφέρουν σαν λάφυρο στην φιέστα τους:

Συμπερασματικά:

• Ο τίτλος του μεγάλου λαϊκού αγωνιστή μάλλον είναι πολύ βαρύς για να τον επωμίζεται κάποιος εν ζωή, πρέπει κι εμείς να σταματήσουμε να τον αποδίδουμε.
• Κάποιοι άνθρωποι ενώ μπορεί να είναι καλοί αγωνιστές, δεν έχουν απαραιτήτως καθαρό πολιτικό κριτήριο.
• Επίσης καλό θα ήταν να είμαστε λίγο πιο προσεκτικοί με αυτούς που γράφουν πολύτομες αυτοβιογραφίες.
• Τέλος, ίσως θα έπρεπε να έχουμε υπόψιν μας ότι πολλοί από αυτούς που αυτοπαρουσιάζονται ως σωτήρες του λαού μπορεί και να έχουν σαν απώτερο στόχο τους την αυτοπροβολή.