8 μνημονιακά χρόνια μετά, ο πληθυσμός της Ελλάδας μειώθηκε κατά 355.000

0

Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζει η ΕΛΣΤΑΤ, σύμφωνα με την οποία στο διάστημα 2011-2017, ο πληθυσμός της Ελλάδας μειώθηκε κατά 355.000 ανθρώπους.

Σύμφωνα με έρευνα με τίτλο “Ο πληθυσμός της Ελλάδας υπό διωγμόν” της Ήρας Έμκε- Πουλοπούλου, διδάκτορας του πανεπιστημίου του Παρισιού, μέλος της Ακαδημίας Επιστημόνων της Νέας Υόρκης και αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Δημογραφικών Μελετών, ο πληθυσμός της Ελλάδας το 2050 αναμένεται να αγγίζει τα 10 εκατομμύρια, ενώ σύμφωνα με υπολογισμούς της Eurostat, το 2080 η Ελλάδα θα έχει πληθυσμό 7,2 εκατομμύρια ανθρώπους.

Όπως υποστηρίζει η έρευνα, κατά τη διάρκεια της κρίσης, μεγάλα τμήματα του ελληνικού πληθυσμού, υφίστανται συστηματική υποβολή σε ταλαιπωρίες, που τους οδηγούν ή θα τους οδηγήσουν στη μετανάστευση ή στο θάνατο.

Οι δημογραφικοί δείκτες εξελίσσονται με βραδύ ρυθμό και βελτιώνονται με ακόμη βραδύτερο. Αν, όμως, η στρατηγική που έχει ως στόχο την αύξηση των γεννήσεων, την επιβράδυνση του ρυθμού γήρανσης, τον περιορισμό της αποδημίας, δεν εφαρμοστεί ΤΩΡΑ, τα προβλήματα του πληθυσμού θα εκδικηθούν εκείνους που τα αγνοούν!

Όπως εξηγεί η . Έμκε-Πουλοπούλου, το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας είχε εμφανιστεί από τη δεκαετία του ’80, αλλά επιδεινώθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Οι απογραφές αποκάλυψαν ότι έως και τις αρχές του 21ου αι. ο πληθυσμός της χώρας αυξανόταν διαρκώς, ακόμα και στις ανώμαλες περιόδους, που γνώρισε το ελληνικό έθνος […] Για παράδειγμα, το 1828, πριν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η Ελλάδα «μετρούσε» 753.000 ανθρώπους, οι οποίοι το 2011 έφτασαν τους 10,9 εκατομμμύρια. Το 2011 αντιστοιχούσαν 104 γυναίκες σε 100 άνδρες και στην περίοδο 1951-2011 μειώθηκε στο μισό ο πληθυσμός των νέων 0-14 χρόνων (από 28,8% σε 14,5%) και σχεδόν τριπλασιάστηκε η αναλογία των ηλικιωμένων στον πληθυσμό (από 6,7% σε 19,5%). Αλλά, στην περίοδο της κρίσης, ο ρυθμός γήρανσης επιταχύνεται. Η μέση ηλικία του πληθυσμού από 30 έτη το 1951 φτάνει τα 43,5 το 2014!

Για την περίοδο 2001-2011, παρατηρείται μεγάλη αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών και μείωση των πολύτεκνων οικογενειών.

Στα χρόνια 2011-2016, οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις κατά 115.479 άτομα (γεννήσεις 692.592 / θάνατοι 808.071), ενώ η μικρή αύξηση των γεννήσεων (κατά 1.051 παιδιά), που καταγράφηκε το 2016 οφείλεται κατά 77% σε γεννήσεις από γυναίκες πρόσφυγες, που δεν θα μείνουν στην Ελλάδα.

Κύριοι παράγοντες για αυτή την κατάσταση, φαίνεται να είναι η ανεργία, η επισφαλής απασχόληση και η μείωση του οικογενειακού εισοδήματος. Η μείωση της ανεργίας μετά το 2013 που συνοδεύτηκε από ταυτόχρονη μείωση της πλήρους απασχόλησης, σημαίνει ότι καταργήθηκαν οι “καλές” θέσεις εργασίας με ικανοποιητικό μισθό και εργασιακά δικαιώματα, με τους νέους να μην αποφασίζουν να κάνουν οικογένεια, ενώ όσοι έχουν προσόντα, να επιλέγουν τη μετανάστευση.

Πρόκειται για μία εν μέρει μη αναστρέψιμη πραγματικότητα. Η επί 40 χρόνια χαμηλή γονιμότητα έχει δημιουργήσει μια μικρότερη αριθμητικά γενιά γυναικών. Ακόμα κι αν οι γυναίκες αυτές αποκτήσουν περισσότερα παιδιά, θα είναι δύσκολο ο αριθμός των γεννήσεων να ξεπεράσει τον αριθμό των θανάτων. Εξάλλου, θα πρέπει να περάσουν 25-30 χρόνια, ώστε η αύξηση των γεννήσεων να δημιουργήσει τη γενιά, που θα ενταχθεί στην αγορά εργασίας και με την απασχόληση και τις εισφορές της στο ασφαλιστικό σύστημα να συμβάλει στη στήριξή του. Μέχρι ν΄ αρχίσει να εργάζεται αυτή η γενιά, θα χρειαστούν επιπλέον δαπάνες ιδιωτικές και δημόσιες για την ανατροφή και την εκπαίδευσή της

*Με πληροφορίες από τον Ημεροδρόμο