Η αναπόδραστη παντοδυναμία της ακροδεξιάς στο ίντερνετ

0

Ακολουθεί ένα σεντόνι, γεμάτο συνωμοσιολογία, υποθέσεις εργασίας και ατελείωτης απελπισίας. Όσοι θα προτιμούσατε να διαβάσετε κάτι για να φτιάξει η διάθεσή σας, για να γελάσετε, και να χαρείτε με το πόσο όμορφη είναι η ζωή, καλύτερα να σταματήσετε εδώ. Όσοι σκοπεύετε να συνεχίσετε, συνεχίζετε με δική σας ευθύνη.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από μια υπόθεση. Ας υποθέσουμε πως πρέπει να είσαι αρκετά πλούσιος για να αποκτήσεις ένα Μέσο Μαζικής Ενημέρωσης. Είτε αυτό είναι μια εφημερίδα, είτε ένα κανάλι, είτε ένα μεγάλο site. Σε γενικές γραμμές, χρειάζεται με κάποιο τρόπο να έχεις αρκετά λεφτά, ώστε να προσλάβεις αρκετούς υπαλλήλους, που θα παράγουν πληροφορία και άποψη. Στις μέρες μας, δε χρειάζεται να τους πληρώνεις συχνά και σίγουρα δε χρειάζεται να τους πληρώνεις αρκετά, αλλά παρόλα αυτά πρέπει να έχεις αρκετά λεφτά ώστε να καταφέρεις να συγκεντρώσεις εργατικά χέρια για την “ενημέρωση” που σκοπεύεις να προσφέρεις.

Ίσως είναι μια τραβηγμένη υπόθεση και ίσως μπορείς να φτιάξεις ένα ΜΜΕ χωρίς να είσαι πλούσιος. Δε γνωρίζουμε κάποια τέτοια περίπτωση, αλλά στις μέρες μας ο καθένας μπορεί να πιστεύει ό,τι θέλει.

Έρχεται μια μέρα λοιπόν, που τα ΜΜΕ και οι άνθρωποι που τα ελέγχουν, βρίσκονται αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα που καλούνται να περιγράψουν, να αναλύσουν και να εξηγήσουν στο κοινό τους. Έτσι τυχαία, μας έρχεται στο μυαλό το παράδειγμα του πρώτου ελληνικού μνημονίου και της ελληνικής χρεοκοπίας. Τραπεζίτες, εφοπλιστές, βιομήχανοι και άλλοι αρκετά πλούσιοι άνθρωποι που δεν παράγουν κάτι αλλά καταφέρνουν να φοροδιαφεύγουν τεράστια ποσά, κλήθηκαν να εξηγήσουν σε αυτούς που παράγουν, το πώς χρεοκοπήσαμε. Και όπως θα περίμενε κανείς από οποιονδήποτε στη θέση τους, αποφάσισαν να ρίξουν το φταίξιμο σε κάποιον άλλο, γιατί αλλιώς έπρεπε να παραδεχτούν πως φταίνε οι ίδιοι.

Έτσι γεννήθηκε το “όλοι μαζί τα φάγαμε” καθώς και το “φταίνε οι Έλληνες που είναι τεμπέληδες”. Μία άποψη που στην αρχή χλευάστηκε, αλλά χάρη στην ασταμάτητη υποστήριξη από όσους είχαν τον έλεγχο των ΜΜΕ και το άφθονο χρήμα που έρεε για την προπαγάνδισή της, έφτασε να θεωρείται από μερίδα του ελληνικού κοινού, ως μια άποψη που αξίζει να εξεταστεί. Απότοκο αυτής της κατάστασης, ήταν η δημιουργία του ελληνικού νεοφιλελευθερισμού, ενώ εντυπωσιακή ήταν και η προσπάθεια των πλουσίων, που θέλοντας να στρέψουν τα βλέμματα αλλού και να κατηγορήσουν τους φτωχούς για τη φτώχεια τους, έφτασαν μέχρι το σημείο να χρεοκοπήσουν κάποιες από τις εφημερίδες και τα κανάλια τους.

Και η κοινωνία, το συνήθισε αργά ή γρήγορα αυτό. Όχι απαραίτητα γιατί το πίστευαν όλοι όσοι το υιοθετούσαν, αλλά τι να κάνεις που είναι πολύ πιο εύκολο να ζητήσεις τα ρέστα από έναν αδύναμο, παρά από έναν δυνατό. Είναι πολύ πιο εύκολο να πεις ότι φταίνε οι Έλληνες που είναι τεμπέληδες και ας είχαν τις περισσότερες ώρες εργασίας στην Ευρώπη ανά εβδομάδα. Είναι πολύ πιο εύκολο να πεις ότι όλοι μαζί τα φάγαμε και ας χρωστάνε 41.000 Έλληνες το μισό ΑΕΠ της χώρας σε φόρους.

Στο τέλος τα ΜΜΕ απαξιώθηκαν. Όλοι πλέον θεωρούμε πως οι δημοσιογράφοι που τα τρέχουν είναι ρουφιάνοι, αλλά κανένας δεν αναρωτιέται αν είναι φρόνιμο να αφήνουμε την ενημέρωση στα χέρια των επιχειρηματιών που πληρώνουν τους ρουφιάνους. Στο μεταξύ η οποιαδήποτε πολυφωνία που μας είχε υποσχεθεί η ιδιωτική πρωτοβουλία στην ενημέρωση δεν παραδόθηκε ποτέ, με τα δελτία ειδήσεων απλά να είναι διασκευή το ένα του άλλου.

Και ας πάμε στο σήμερα και στο διαδίκτυο.

Σήμερα έχουμε να αντιμετωπίσουμε ακόμα ένα φαινόμενο πέρα από την οικονομική κρίση που συνεχίζει να υφίσταται ακάθεκτη σε όλο τον κόσμο. Σαν δυτικός κόσμος, έχουμε να αντιμετωπίσουμε το μεγαλύτερο προσφυγικό κύμα που γνώρισε ποτέ η ανθρώπινη ιστορία, το οποίο δε θα πρεπε να μας εντυπωσιάζει ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε πως ο δυτικός κόσμος πέρασε τα τελευταία 20 χρόνια βομβαρδίζοντας σχεδόν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.

Σήμερα η ενημέρωση γίνεται σε κύριο βαθμό από το ίντερνετ ενώ τα παραδοσιακά ΜΜΕ, έχουν επικουρικό ρόλο για τις μεγαλύτερες ηλικίες.

Και για φαντάσου, όπως οι ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες, έτσι και το ίντερνετ πλέον έχει παραδοθεί σε μεγάλες εταιρείες…

“ώπα φίλε, άραξε, στο ίντερνετ είμαστε όλοι και μπορώ να μπαίνω σε όποια ιστοσελίδα θέλω χωρίς να με ελέγχει κανένας και να διαβάζω ό,τι μου γουστάρει”

 

Αγαπητέ φίλε, δεν ξέρουμε τι κάνεις στον ελεύθερο χρόνο σου. Ξέρουμε όμως πως ένα ποσοστό άνω του 80% των χρηστών του διαδικτύου, μπαίνει κάθε μέρα στο facebook, ενώ η Google, είναι αυτή που καθορίζει πλέον το διαδίκτυο όσον αφορά το πόσο εύκολα μπορείς να βρεις την πληροφορία που ψάχνεις. Αυτά είναι τα δεδομένα και σε όποιον αρέσει. Μπορεί εσύ που μας διαβάζεις τώρα να είσαι ένας χακεράς που ταξιδεύεις μέσω Tor στο Dark Web, αλλά σημασία έχει τι κάνουν οι πολλοί και όχι εσύ.

Σήμερα λοιπόν, που η φτώχεια συνεχίζει χωρίς σταματημό, στο διαδίκτυο έχει επανεμφανιστεί ένας “εχθρός” πολύ πιο βολικός από τον τεμπέλη Έλληνα. Έχει εμφανιστεί ο “τζιχαντιστής αλλόθρησκος”, όπως συνήθως περιγράφεται από ακροδεξιούς αλλά και νεοφιλελεύθερους ειδήμονες της πραγματικότητας. Αν ο τεμπέλης φτωχός Έλληνας βρισκόταν στη θέση του κατηγορούμενου με κάποια δυσκολία, ο φτωχός μελαμψός μουσουλμάνος μπορεί να τοποθετηθεί με απόλυτη ευκολία, αφού δεν είναι χριστιανός, δεν είναι ανοιχτόχρωμος και δεν έκατσε να πολεμήσει για την πατρίδα του.

Η εμφάνιση αυτού του νέου εχθρού, συμπίπτει χρονικά με μερικές ανακατατάξεις στο διαδίκτυο, που είναι αποτέλεσμα της συγκέντρωσης της πληροφορίας στα χέρια μερικών γιγαντιαίων εταιρειών. Εδώ και κάποια χρόνια ας πούμε, ένα ΜΜΕ ή ένα καινούριο site, μπορεί να πληρώσει το facebook και να βρεθεί στον προσωπικό τοίχο ατόμων που δεν το έχουν ακολουθήσει ποτέ. Αντίστοιχα, μπορεί να φτιάξει πολλές ιστοσελίδες, οι οποίες θα πληρώνουν το facebook ώστε να μεγαλώσουν γρήγορα και με τη σειρά τους όλες να παραπέμπουν σε κάποια άλλη μεγαλύτερη ιστοσελίδα. Μία τακτική που μπορεί να σε ανεβάσει πολύ γρήγορα στα αποτελέσματα του Google, κάνοντας έτσι τη σελίδα σου ορατή από παντού. Την ίδια ώρα έχουν εμφανιστεί άρθρα, που εκτιμούν πως σε λίγο καιρό οι χρήστες του Facebook, θα βλέπουν κυρίως πληρωμένες αναρτήσεις και όχι από σελίδες που έχουν ακολουθήσει αλλά δεν πληρώνουν για να εμφανιστούν. Πριν από μερικές εβδομάδες μάλιστα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ψήφισε έναν περίεργο νόμο που προβλέπει χρέωση για όποια ιστοσελίδα βάζει λινκ προς κάποια είδηση, ανεβάζοντας έτσι δυσθεώρητα το κόστος συντήρησης μιας ενημερωτικής ιστοσελίδας. Το νομοσχέδιο προβλέπει πως αυτό θα ισχύει μόνο για τις μεγάλες ιστοσελίδες, αλλά το “μεγάλες” είναι κάτι υποκειμενικό και ο καθένας θα μπορεί να το κρίνει όπως θέλει. Σαν να μην έφτανε αυτό, πριν μερικά χρόνια, η ίδια Ευρωπαϊκή Ένωση είχε περάσει ένα νόμο, με τον οποίο αν κάποιος θεωρούσε μια ιστοσελίδα ή κάποια ανάρτησή της δυσφημιστική, μπορούσε να στείλει μια αίτηση στη Google, και μετά κανένας δεν την ξανάβλεπε στα αποτελέσματα αναζήτησης.

Έχει υπάρξει μια σωρεία μικρών και μεγαλύτερων παρεμβάσεων, στον τρόπο με τον οποίο διαχέεται η πληροφορία στο διαδίκτυο και φτάνοντας στο σήμερα, μπορούμε να εκτιμήσουμε με σχετική ασφάλεια ότι σε λίγα χρόνια το διαδίκτυο θα είναι εντελώς διαφορετικό. Η ιδιωτική πρωτοβουλία, για άλλη μια φορά, πήρε κάτι όμορφο και χρήσιμο για την ανθρωπότητα, το ξεζούμισε, το κατέστρεψε και τώρα το βάζει σε μια όμορφη συσκευασία για να μας το πουλήσει.

Το μέλλον, διαγράφεται ζοφερό. Για παράδειγμα, μόλις χτες διαβάζαμε πως στη Δανία σκέφτονται να περάσουν νομοσχέδιο το οποίο θα προβλέπει φυλάκιση για όποιον επηρεάζει την κοινή γνώμη. Το νομοσχέδιο που δεν έχει ψηφιστεί ακόμα, αναφέρει πως θα προβλέπεται φυλάκιση για όσους αποδεδειγμένα επηρεάζουν την κοινή γνώμη μετά από συνεργασία με μυστικές υπηρεσίες. Αλλά είναι τόσο δύσκολο να φανταστούμε πως το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, όπως όλα τα νομοσχέδια, θα στραφούν ενάντια στους αδύναμους προς όφελος των δυνατών; Είναι δύσκολο να φανταστούμε τις μυστικές υπηρεσίες μια χώρας, να μπουκάρουν στο σπίτι σου, να σε συλλαμβάνουν, να φυτεύουν μία συζήτηση μέσω email με κάποια ρωσική ip και εσένα να μη σε ξαναδεί το φως του ήλιου; Αλήθεια τώρα; Στο δυτικό κόσμο που κάναμε επίθεση στο Ιράκ για να βρούμε όπλα μαζικής καταστροφής και στη Λιβυή για να αποκαταστήσουμε τη δημοκρατία, είναι δύσκολο να φανταστούμε κάτι τέτοιο; Είναι δύσκολο να φανταστούμε πως για χάρη κάποιας επικείμενης καταστροφής, οι πολίτες θα κληθούν να εγκαταλείψουν μεγάλα μέρη των ελευθεριών τους; Το ‘χουμε δει να γίνεται ξανά πάντως, όταν με την απειλή της τρομοκρατίας συμφωνήσαμε να βάλουμε κάμερες παντού γιατί “έτσι κι αλλιώς δεν είχαμε τίποτα να κρύψουμε”. Με έναν παρόμοιο τρόπο, είναι κοντά η ώρα που κάποιος θα αναρτήσει τις αμφιβολίες του για έναν επικείμενο δημοκρατικό βομβαρδισμό ενάντια σε κάποια χώρα και θα βρεθεί στη φυλακή σαν Ρώσος κατάσκοπος.

Σε αυτό τον κόσμο, σε αυτό το μελλοντικό διαδίκτυο, η πιο ακίνδυνη φωνή, είναι μοιραίο να θριαμβεύσει. Η φωνή που δεν απευθύνεται σε αυτόν που κρατάει το μαστίγιο, αλλά στον αλυσοδεμένο. Η φωνή που θέλει να βγάλει ο πλούσιος προς το φτωχό, αλλά ντρέπεται. Αυτή η φωνή, είναι η φωνή της ακροδεξιάς. Είναι η φωνή που λέει πως “όλοι μαζί μπορούμε” και που μας επισημαίνει πως για τα δεινά μας φταίνε κάτι “τζιχάντια” που είναι κλειδωμένοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, κάτι “συμμοριτοκομμούνια” που κάνουν απεργίες καθώς και κάποια “αναρχόμπαλα” που κάνουν τρομοκρατικές επιθέσεις με τρικάκια. Πέρα όμως από το ότι είναι ακίνδυνη, είναι απίστευτα εύκολη. Ο λόγος της είναι απλός, κατανοητός και παρότι είναι ψέμα, ακούγεται πολύ όμορφα, όπως άλλωστε τα περισσότερα ψέματα. Είναι πολύ πιο εύκολο να κατηγορήσεις τα “λαθροπάκια που μας παίρνουν τη σειρά στα νοσοκομεία και μας γεμίζουν αρρώστιες”, παρά να μιλήσεις για τα προβλήματα που δημιουργεί η ιδιωτικοποίηση της υγείας και ο περιορισμός του προϋπολογισμού για τα νοσοκομεία. Η μία φράση, μπορεί να σχηματιστεί και να κατανοηθεί ακόμα και αν αυτός που τη λέει, το κάνει με άναρθρες κραυγές. “Ουγκ, αυτόν, βάρα τον”. Η άλλη καλεί τον τελικό ακροατή, να σκεφτεί αριθμούς, να σκεφτεί δύσκολες λέξεις και στο τέλος να ρίξει το φταίξιμο σε κάποιον που δε θα καταφέρει ποτέ να βαρέσει. Δηλαδή κάποιον εντερπρενέρ της υγείας.

Αυτή η φωνή λοιπόν, σαν πιο ακίνδυνη, αναγκαστικά στο μέλλον, αν όχι εδώ και πολλά χρόνια, θα χρησιμοποιηθεί ξανά, από τους ίδιους που διέπρεψαν και στην οικονομική κρίση. Δηλαδή από τους ισχυρούς και τους πλούσιους. Όχι επειδή οι ισχυροί και οι πλούσιοι είναι αναγκαστικά ρατσιστές. Ίσως να μην έχουν καν τόσο γήινες ανησυχίες. Όχι, αν χρησιμοποιηθεί, θα είναι επειδή για άλλη μια φορά βγάζει το βάρος από πάνω τους. Για παράδειγμα, ναι η Lockheed, πήρε κρατικό χρήμα από τις ΗΠΑ για να φτιάξει όπλα και όλως τυχαίως υπάρχουν κάποιοι μελαμψοί τύποι στην άλλη μεριά του Ατλαντικού στις οικογένειες των οποίων μπορεί να τα χρησιμοποιήσει. Όσο οι ΗΠΑ βομβαρδίζουν, η Lockheed ακούει ταμειακές μηχανές και αν ο βομβαρδισμός δημιουργήσει προσφυγικό κύμα, γι’ αυτό δε θα ευθύνεται η Lockheed που άλλωστε κάνει απλά τη δουλειά της, αλλά οι πρόσφυγες που δεν έκατσαν να πολεμήσουν και θέλουν να μας αλλοιώσουν τον πολιτισμό.

Συμπτωματικά, στο διαδίκτυο, όσα περισσότερα λεφτά έχεις, τόσο περισσότερο ακούγεσαι πλέον, οπότε τίποτα δε σταματά μία οποιαδήποτε Lockheed να πληρώσει, προκειμένου ένα διαδικτυακό ΜΜΕ που τη στηρίζει, να εκτιναχθεί σε αναγνωσιμότητα και να φτάσει και στην τελευταία γωνία του ίντερνετ. Αντίστοιχα, όσοι δεν έχουν να πληρώσουν, θα ακούγονται όλο και λιγότερο, ενώ όσοι είναι και δυσάρεστοι θα απομονώνονται σιγά σιγά. Οι σελίδες τους στο facebook θα πέφτουν, οι ιστοσελίδες τους στο Google δε θα εμφανίζονται πια, ενώ ο μέσος χρήστης του διαδικτύου, θα μπορεί να συνεχίζει χαρούμενος να κάνει share γάτες και βίντεο με “λαθρομετανάστες που ξεκοιλιάζουν σκυλιά για να τα φάνε και αφοδεύουν πάνω σε χριστιανικές εικόνες”.

Και στην αρχή θα φαίνεται περίεργο. Όμως με την πάροδο του χρόνου, η ακροδεξιά, θα είναι η κύρια φωνή στο διαδίκτυο, και οι πιο απορημένοι θα αναρωτιούνται “μα καλά είναι τόσοι πολλοί οι ακροδεξιοί;” τη στιγμή που θα βλέπουν ακροδεξιές ιστοσελίδες να κυριαρχούν στην ενημέρωση, αλλά θα αδυνατούν να καταλάβουν πως αυτό που βλέπουν είναι αποτέλεσμα ακατάπαυστης ροής χρημάτων προς αυτή την κατεύθυνση.

Για όποιον ρίχνει τις ελπίδες του στις κυβερνήσεις, ώστε με νόμους να απαγορευτεί η διάδοση ψευδών ειδήσεων, ζει στο ίδιο συννεφάκι που ζούσε και αυτός που πίστευε πως η φοροδιαφυγή θα σταματήσει με την εφαρμογή των νόμων. Οι νόμοι εφαρμόστηκαν, η φοροδιαφυγή βαφτίστηκε φοροαπαλλαγή και ζήσαμε όλοι ευτυχισμένοι.

“Οκ ρε μάστορα, σου έκανα τη χάρη να διαβάσω 2000 λέξεις, για το πόσο σκατά πρόκειται να γίνει το διαδίκτυο. Τώρα τι κάνουμε;”

 

Όπως εξηγήσαμε και στην αρχή του άρθρου, εδώ δε θα διαβάσετε κάτι ευχάριστο ή που θα χαϊδέψει αυτιά. Οπότε η απλή απάντηση στο ερώτημα “τι μπορούμε να κάνουμε” είναι, τίποτα.

Κανένας δε μπορεί να κάνει τίποτα, για κάτι που δεν ελέγχει. Με αυτό τον τρόπο, κανένας δε μπορεί να κάνει τίποτα πλέον, για ένα ίντερνετ το οποίο από τα πολύ πρώιμα στάδιά του ήταν παραδομένο σε μεγάλες εταιρείες, ενώ σήμερα είναι υπό την απόλυτη κυριαρχία τους.

Ναι, κατά καιρούς βγαίνουν όμορφες και εκ πρώτης όψεως ελπιδοφόρες ιδέες, που κάνουν λόγο για αποκεντρωμένο ίντερνετ, για ελεύθερες μηχανές αναζήτησης, για νέες τεχνολογίες που μπορεί να πάρουν πίσω το ίντερνετ από τα χέρια των μεγάλων εταιρειών και άλλα παρόμοια. Δεν τα αντιμετωπίζουμε με κακό μάτι. Τα θεωρούμε φιλότιμες προσπάθειες, σε ένα όμως ήδη χαμένο παιχνίδι, αλλά παρόλα αυτά, από κάποιου είδους συναισθηματισμό, συνεχίζουν να μας αρέσουν. Παίξαμε με το mastodon που είναι ένα αποκεντρωμένο twitter, διατηρούμε λογαριασμό στο diaspora που είναι ένα αποκεντρωμένο facebook, σκεφτόμαστε να στήσουμε σελίδα στο zeronet και σαν κάποιο onion.service. Όλα πολύ καλές ιδέες, που χτυπάνε πάνω σε δύο ανυπέρβλητους τοίχους.

Αφενός, αυτά τα δίκτυα, όπως και η καθημερινότητά μας, υπόκεινται στους ίδιους ανθρώπινους νόμους που ισχύουν για όλους μας. Αν τελικά ψηφιστεί ένας νόμος που θα σε στέλνει στη φυλακή για την έκφραση απόψεων ενάντια στο ΝΑΤΟ, δεν είναι μεγάλο το άλμα για να ψηφιστεί και ένας νόμος που να απαγορεύει τη χρήση του αποκεντρωμένου ίντερνετ. Και αν δεν ψηφιστεί σήμερα, θα ψηφιστεί σε λίγο καιρό. Η πρόθεση έχει ήδη δηλωθεί. Άλλωστε αυτό το κομμάτι του διαδικτύου, το σκοτεινό, δε βγάζει λεφτά, “το χρησιμοποιούν τρομοκράτες και παιδεραστές” και αν δεν έχεις τίποτα να κρύψεις δεν έχεις λόγο να το χρησιμοποιείς. Με σχετική ευκολία, μπορεί να τεθεί εκτός νόμου και να κάνει την πρόσβαση σε αυτό, πολύ πιο δύσκολη απ’ ότι ήδη είναι.

Το οποίο μας φέρνει στο δεύτερο πρόβλημα. Η δυσκολία που έχει το να χρησιμοποιήσεις το αποκεντρωμένο ίντερνετ. Ο μέσος άνθρωπος, που σκοπεύουμε να μετατρέψουμε σε ακροδεξιό, δε θέλει πολλές σκοτούρες. Θέλει να ανοίγει το browser, να μπαίνει στο facebook, να βλέπει τις γάτες του, να την πέφτει σε αγόρια και κορίτσια που ίσως καν να μην ξέρει και να ενημερώνεται για το πόσο γαμάτος είναι επειδή γεννήθηκε Έλληνας. Είναι το αμερικανικό όνειρο σε συσκευασία λάπτοπ.

Δε μπορείς με κανένα τρόπο να πείσεις αυτό τον άνθρωπο, να χρησιμοποιήσει ένα άλλο ίντερνετ, πόσο μάλλον για να ακούσει κάτι που δε θέλει. Πόσο μάλλον να σταματήσει να μπανίζει καλλίγραμμες νεανίδες και αρρενωπούς μαντράχαλους. Δε μπορείς. Παρ’ το απόφαση. Αυτή η στάση ζωής, αλλάζει μόνο με δραστικά μέτρα. Όταν ας πούμε πέσει μια οβίδα στο σπίτι σου και σε αφήσει χωρίς πόδια, τότε ίσως σκεφτείς πως ο πόλεμος δεν ήταν η καλύτερη επιλογή. Μερικά δευτερόλεπτα πριν, θα νομίζεις πως πας για να πάρεις την Πόλη και να αναστήσεις το Μαρμαρωμένο Βασιλιά.

Δεν υπάρχει κανένας τρόπος για φωνές που δεν είναι ακροδεξιές, να επιβιώσουν μακροπρόθεσμα στο ίντερνετ και όσο γρηγορότερα το καταλάβουμε όσοι δεν είμαστε ακροδεξιοί, ίσως τόσο ευκολότερα αντιμετωπίσουμε την ακροδεξιά όταν έρθει να μας σκοτώσει στον ύπνο μας.

“Εντάξει, όλα πάνε σκατά και δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό. Γιατί με ζαλίζεις;”

 

Η κύρια απάντηση είναι γιατί μπορούμε. Μπορούμε να γράψουμε τους προβληματισμούς μας και να τους μοιραστούμε με κάποιους. Μπορούμε να ακούσουμε τις απόψεις σας, να μαλώσουμε, να παρεξηγηθούμε, να συζητήσουμε ή να τα βρούμε. Και για λίγο καιρό ακόμα θα μπορούμε να το κάνουμε αυτό.

Δεν έχουμε καμία αμφιβολία, πως εν ευθέτω χρόνω, η σελίδα μας στο facebook θα πέσει από τα reports και η ιστοσελίδα μας θα εξαφανιστεί από το google, αφού στην πλειοψηφία της περιέχει άρθρα δυσφημιστικά για κάποιον. Σε αντίθεση με αρκετούς άλλους, δεν αναμένουμε να οργανωθεί κάποια καμπάνια για την επαναφορά μας, αφού ούτε κάποια κομματική στήριξη έχουμε, αλλά ούτε και κάποιον να μας τα σκάει ώστε να τα σκάμε και εμείς στις μεγάλες εταιρείες για να επιπλεύσουμε. Δε λέμε ότι θα εξαφανιστούμε αύριο. Μπορεί σε ένα χρόνο ή σε δύο ή σε δέκα. Αλλά μπορεί και αύριο.

Γι’ αυτό είπαμε να βγάλουμε αυτό το άρθρο και ταυτόχρονα να κάνουμε και κάτι που δεν έχουμε ξανακάνει, δηλαδή το να μιλήσουμε για εμάς. Πράγματι όσα χρόνια γράφουμε, είναι η πρώτη φορά που αφιερώνουμε μερικές αράδες αναφορικά με το τι θέλουμε να πετύχουμε, τι είμαστε και ποιοι είμαστε.

Τώρα λοιπόν που το Σπασμένο Παράθυρο, είναι σχετικά ψηλά σε σύγκριση με το ιστορικό του, δραττόμεθα της ευκαιρίας να σας πούμε ένα ευχαριστώ που μας ακολουθείτε όλον αυτό τον καιρό και να σας πούμε πως παρότι με τη συντριπτική πλειοψηφία από εσάς δεν έχουμε μιλήσει ποτέ προσωπικά, χαιρόμαστε που υπάρχετε. Είναι λεπτή η γραμμή για να το ξεχωρίσουμε, αλλά πιστεύουμε πως δε χαιρόμαστε που υπάρχετε απλά επειδή μας κάνετε λάικ και τροφοδοτείτε το ναρκισσισμό μας, αλλά γιατί μας επιβεβαιώνετε πως δεν είμαστε μόνοι.

Κάποια πράγματα όμως πρόκειται να αλλάξουν στο Σπασμένο Παράθυρο.

Παρότι μακροπρόθεσμα η μάχη στο διαδίκτυο είναι χαμένη, μας αρέσει πλέον να γράφουμε και ως ένα σημείο να ενημερώνουμε. Ένα ενδεχόμενο σβήσιμο της ιστοσελίδας μας από το διαδίκτυο, παρότι μας στενοχωρεί, δε μας τρομάζει. Θα συνεχίσουμε να παλεύουμε με άλλα μέσα. Βλέπετε, όσοι φτιάξαμε το Σπασμένο Παράθυρο, δε ζούμε από αυτό και δεν είναι η κύρια εργασία μας. Για την ακρίβεια, κανένας από εμάς δεν είχε ποτέ επαφή με τη δημοσιογραφία με οποιονδήποτε τρόπο, ενώ επίσης κανένας από εμάς δεν είχε αρθρογραφήσει ποτέ οπουδήποτε αλλού πιο πριν. Τα άρθρα τα οποία ανεβαίνουν, ανεβαίνουν από το υστέρημα χρόνου που διαθέτει ο καθένας από εμάς κάθε μέρα, το οποίο όμως λιγοστεύει όσο περνά ο καιρός, με τις υποχρεώσεις της πραγματικής ζωής να είναι αμείλικτες. Θα μπορούσαμε να αφιερώσουμε περισσότερο χρόνο, να παρουσιάζουμε μεγαλύτερη αρθρογραφία και σε κάποιο σημείο να σας ζητήσουμε οικονομική ενίσχυση, αλλά αυτό θα μας δέσμευε, τουλάχιστον στο μυαλό μας, απέναντί σας.

Αντίθετα, σκοπεύουμε να αλλάξουμε τον τρόπο γραφής και να χαλαρώσουμε λίγο όλοι. Από τις επόμενες μέρες, θα ανεβαίνουν λιγότερα άρθρα απ’ ότι συνήθως. Στόχος είναι να πιάνουμε ένα θέμα και να το παρουσιάζουμε εξαντλητικά και από την οπτική που φυσικά θέλουμε, αντί να ακουμπάμε επιδερμικά, τυχαία περιστατικά της επικαιρότητας. Τα άρθρα θα είναι πιο σπάνια, αλλά μεγαλύτερα και με περισσότερη πληροφορία. Αλλαγή που δεν ξέρουμε αν θα μας βοηθήσει στο μέλλον, αλλά που είναι αναπόφευκτη, αν θέλουμε να σταματήσουμε να τρέχουμε πίσω από την επικαιρότητα και να αρχίσουμε κάνουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε: Να γελάμε με το γελοίο και να εκνευριζόμαστε με την αδικία.

Την ίδια στιγμή, σκοπεύουμε να ανοίξουμε το Σπασμένο Παράθυρο και στο κοινό. Θα δημιουργηθεί στήλη για άρθρα αναγνωστών που θα είναι πλέον και ο μόνος τρόπος δημόσιας συζήτησης με το Παράθυρο. Είμαστε πρόθυμοι να ακούσουμε τις απόψεις σας (δεδομένου πως αυτές δεν είναι εγκληματικές), αν βασίζονται σε στοιχεία και αν μπορούν να διατυπωθούν σε ένα κείμενο άνω των 280 χαρακτήρων. Συζητήσεις στα social media, με λογαριασμούς που δημιουργήθηκαν χτες, έχουν 1 φίλο και γράφουν ένα απλό “#fakenews”, προκειμένου να πάρουν το 60λεπτό τους, δεν είμαστε διατεθειμένοι και πλέον δεν έχουμε το χρόνο να κάνουμε. Τα σχόλια στην ιστοσελίδα, παρότι απενεργοποιήθηκαν για τεχνικούς λόγους, σκεφτόμαστε πως δεν έχουν καμία χρησιμότητα αν την ίδια ώρα η σελίδα είναι ανοιχτή στον αντίλογο με τη μορφή άρθρου και όχι με τη χρήση 2-3 τυποποιημένων εκφράσεων που δεν προωθούν καμία συζήτηση.

Τέλος να ενημερώσουμε εκεί έξω, πως ψαχνόμαστε να προωθήσουμε οτιδήποτε θα δώσει στο ίντερνετ μια ακόμα ανάσα ζωής. Αν έχετε βρει κάποιο social media, κάποιον browser, κάποιο λειτουργικό σύστημα, κάποια τεχνολογία, που έχει κάτι να προσφέρει έστω και απειροελάχιστο, είμαστε πρόθυμοι να το δοκιμάσουμε, να το στηρίξουμε και να το προωθήσουμε, εφόσον προσφέρεται δωρεάν και είναι κατά προτίμηση open source.

“Δηλαδή ρε φίλε, εγώ τώρα διάβασα 3000 λέξεις για να μάθω τι θα κάνετε στο Παράθυρο;”

 

Ναι, σε είχαμε προειδοποιήσει, πως σε αυτό το κείμενο δε θα βρεις τίποτα το ευχάριστο. Είναι ένα μανιφέστο, μια ανησυχία, μερικές σκέψεις. Η ανάγνωσή του δε μπορεί με κανένα τρόπο να σου προσφέρει ευχαρίστηση. Στην καλύτερη, μερικούς προβληματισμούς.

Το τι μας επιφυλάσσει το μέλλον, θα το δούμε μαζί στην πορεία.